ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΥΠΟ ΦΩΤΑΚΟΥ
Πρώτου Ὑπασπιστοῦ Τοῦ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΟΥ.
ΑΘΗΝΗΣΙ, ΤΥΠΟΙΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙῼ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. 1858.
(Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος [1798 - 1879] ήταν αγωνιστής του1821, υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Συνέγραψε απομνημονεύματα για πολλά γεγονότα της επανάστασης και βίους αγωνιστών και επιφανών εκείνης της περιόδου. Απεβίωσε ηλικιωμένος και πάμφτωχος.
Στη σελίδα του τίτλου διαβάζουμε:
ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΚΙΑΝ ΤΩΝ ΥΨΗΛΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΠΙΖΩΝΤΑ ΑΥΤΩΝ ΓΟΝΟΝ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΟΥΤΟ ΑΦΙΕΡΩΣΕΝ
Ὁ συγγραφεύς.
Παρακολουθούμε αποσπάσματα από την εισαγωγή [εν είδει επιστολής στον Γεώργιο Τερτσέτη] και από το κύριο σώμα του κειμένου πληροφορίες σχετικές με το Βαλτέτσι, τον πρώτο χρόνο [αρχές] της Επανάστασης, σελίδες ς΄-ζ΄και 42-47 ).
Φίλε Κύριε Τερτσέτη.
Μετὰ τὸν ὑπὲρ ἐλευθερίας πόλεμον βλέπεις πόσον ἀπεμακρύνθηκα ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα· ἐγώ φίλε μου ἔγεινα γεωπόνος καὶ προσπαθῶ νὰ ἀναστήσω μικρόν τι κτῆμά μου εἰς τοῦ Δάρα τῆς Μαντινείας διὰ νὰ ζῶ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μου καὶ νὰ περάσω οὕτως ἀναπαυτικὰ τὰ γηρατεῖά μου. Ὅσαις φοραῖς μὲ βλέπεις δέν μὲ λέγεις τίποτε ἄλλο, ἀλλ’ ἀδιάκοπα μὲ παρακινεῖς νὰ βγάλω εἰς φῶς ὅσα γνωρίζω περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος καὶ μάλιστα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος εἶδα μὲ τὰ ’μμάτιά μου. Τὰ αὐτά μοῦ ἐπαναλαμβάνεις κάθε ἡμέραν καὶ μὲ τὰ γράμματά σου.
Αἱ πολλαί σου λοιπὸν αὐταί παρακινήσεις τέλος πάντων εἰσακούσθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς μου· διότι εἶδα καὶ ἐγώ ὅτι ὅσοι πεπαιδευμένοι ἐπεχείρησαν νὰ συγγράψουν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἀγῶνος, ἀπὸ τὰς κακὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβαν ἀπὸ τὴν φήμην καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας […], ὅλοι ἔπεσαν εἰς χονδρὰ σφάλματα. Αὐτοί ἔκαμαν ἄχαρα καὶ ἀπίστευτα τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα· ἡ πατρὶς λυπεῖται καὶ στενάζει, καὶ οἱ μεταγενέστεροι θὰ μᾶς ἀναθεματίζουν, διότι δέν τοὺς ἀφήσαμεν ἀληθινὴν ἱστορίαν.
Εἶναι ἐντροπή, φίλε, ὁ Πελοποννήσιος, ὁ Στερεοελλαδίτης, ὁ Νησιώτης, ὁ Ἕλλην ὁποιουδήποτε τόπου νὰ μὴ γνωρίζῃ γνήσια τὰ κατορθώματα τῶν πατέρων του, ἀλλὰ νὰ διαβάζῃ ἱστορήματα ἀνούσια.
Ἐγώ, φίλε μου, νομίζω καλὸν ὅτι πρέπει νὰ γράψῃ ὁ καθένας ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς γέροντας ὅσα ὁ ἴδιος εἶδεν ἢ ἔκαμε· διότι καὶ ἐγώ τὸ ἴδιον τώρα θὰ κάμω, θὰ ἱστορήσω δηλ. μὲ τὴν γλῶσσάν μου ὅσα ἤκουσα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου, ἢ εἶδα μὲ τά ’μμάτιά μου καὶ ἐνήργησα μὲ τὴν ἄδολον θέλησίν μου […].
Προλέγω εἰς ὅλους τοὺς συναγωνιστάς μου καὶ εἰς τοὺς ἀναγνώστας τοῦ βιβλίου μου, ὅτι ἂν παρελείφθη εἴτε ὄνομα εἴτε κατόρθωμα, τοῦτο δέν ἔγεινε, διότι δέν ἠθέλησα νὰ ἀναφέρω τὰς πράξεις ἀνδρός, τὸν ὁποῖον ἐγνώρισα. Καὶ ποῖος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἠμπορεῖ νὰ ἐνθυμηθῇ ὅλα ὅσα εἶδεν ἢ ἤκουσεν; Διὰ νὰ κάμω δέ τὸ βιβλίον ὅσον τὸ δυνατὸν καταληπτότερον ἐπρόσθεσα καὶ ἑπτά πολεμικὰ σχεδιογραφήματα, τῆς μάχης τοῦ Βαλτετσίου, τῆς Γράνας, τῆς πολιορκίας τῆς Τριπολιτσᾶς, τοῦ πολέμου τῆς 9 Μαρτίου τοῦ 1822 εἰς τὰς Πάτρας, καὶ τέλος τριῶν νικῶν τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ Ἕλληνες κατὰ τοῦ φοβεροῦ στρατεύματος τοῦ Δράμαλη εἰς τὸ Δερβενάκι, Ἅγιον Σώστην καὶ Ἁγινόρι.
Τοιοῦτον εἶναι, φίλε μου, τὸ βιβλίον μου, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ καὶ αὐτό πολὺ εἰς τὸν μέλλοντα νὰ γράψῃ γενικὴν περὶ Ἑλλάδος Ἱστορίαν.
Ὑγιαινε λοιπὸν καὶ ἀκολούθει νὰ κάμνῃς πάντοτε τὸ καλὸν εἰς τὴν ὡραίαν πατρίδα μας.
Ὁ εἰλικρινής σου φίλος
ΦΩΤΑΚΟΣ
Τῇ 1 Δεκεμβρίου
Ἐν Ἀθήναις 1858.
Πρώτη σύστασις στρατοπέδου εἰς Βαλτέτσι
καὶ ταχεία διάλυσις αὐτοῦ.
Ἀπὸ ἐκεῖ τὴν 16 Ἀπριλίου ἀφήκαμεν τὸ στρατόπεδον τοῦ Διασέλου μὲ τὸν Κ. Πετρόπουλον καὶ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Βαλτέτσι ὅπου ὁ Κολοκοτρώνης εὐθὺς μὲ ὠνόμασεν ὑπασπιστήν του καὶ ἔκτοτε τὸν ἠκολούθουν ὡς τοιοῦτος εἰς ὅλους τοὺς πολέμους […].
Εἰς τὸ Βαλτέτσι ἦταν ὅλοι οἱ Καπεταναῖοι τῆς Μάνης καὶ τῆς Μεσσηνίας, ὁ Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ὁ Ἠλίας Μαυρομιχάλης, ὁ Μούρτζινος, οἱ Καπετανάκιδες, ὁ Ἀναγνωσταράς, ὁ Ἠλίας Φλέσσας, ὁ Μῆτρος Πέτροβας μὲ τοὺς Γαραντσαίους, τὸ καλλίτερο τουφέκι τῆς Μεσσηνίας, ὁ Ἀθανάσιος Σιόρης μὲ τοὺς Ἰσαραίους, τὰ καλλίτερα παληκάρια τῆς ἐπαρχίας Φαναρίου, ὁ Π. Κεφάλας, ὁ Δ. Παπατζώνης μὲ τοὺς τέσσαρας ἀδελφοὺς Καραμεραίους Δημήτριον, Ἀναστάσιον, Ἰωάννην καὶ Μιχάλην, ὁ Θ. Κολοκοτρώνης, ὁ Δ. Εὐμορφόπουλος, ὁ Νικήτας Σταματελόπουλος, οἱ Καλαματιανοὶ μὲ τὸν Π. Ζάρκον καὶ Ἀθανασούλην Κυριακόν, οἱ ἀδελφοὶ Μπουραῖοι ἀπὸ τοὺς Κωνσταντίνους, ὁ Καρακίτζος ἀπὸ τὸ χωρίον Κατζιφοῦ, ὁ Λιάκος Πετρόπουλος.
Τὴν περασμένην ἡμέραν ἐμετρήθηκαν ὅλοι οἱ εὑρεθέντες ἐκεῖ καὶ ἤμεθα ὑπὲρ τας δύο ἥμισι χιλιάδαις στρατιῶται. Εἰς αὐτήν μάλιστα τὴν καταμέτρησιν ἐναντιώθησαν οἱ ἁπλοὶ Μανιᾶται στρατιῶται, δέν ἤθελαν νὰ μετρηθοῦν, διότι τὸ εἶχαν κακόν, ἀλλ’ ἐβιάσθησαν νὰ δεχθοῦν τὴν καταμέτρησιν, διότι δέν ἤθελεν ὁ Κολοκοτρώνης νὰ τοὺς δώσῃ ταΐνι.
[…] Τὴν ἄλλην ἡμέραν (24 Ἀπριλίου) μετὰ τὴν καταμέτρησιν καὶ τὴν φυγὴν τοῦ Παλαμήδη ἦλθαν οἱ Τοῦρκοι τῆς Τριπολιτσᾶς ἕως 9000, πεζοὶ καὶ καβαλαραῖοι καὶ ἀφοῦ μᾶς ἐκυνήγησαν, ἐγόγγισαν κατὰ τοῦ Κολοκοτρώνη οἱ Μανιᾶται καὶ ἔλεγαν ὅτι ἐξαιτίας ὅπου ἐμετρήθησαν τοὺς ἐμάγευσαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐδειλίασαν καὶ δέν ἐστάθησαν εἰς τὸν πόλεμον.
[…] Τότε ἐφάνη ἀπὸ τὴν Πιάνα καὶ Χρυσοβίτσι ὑπὸ τὸν Πλαπούτα σῶμα Καρυτινῶν, Ζυγοβιστινῶν, Στεμνιτσιωτῶν καὶ λοιπῶν βουνίσιων, τοὺς ἐκτύπησαν ἀπὸ ταῖς πλάταις […] καὶ ἀμέσως οἱ Τοῦρκοι ἐτραβήχθησαν ὀπίσω, μᾶς ἔκαψαν τὸ χωριό, ὅσον ἠδυνήθησαν, ἐπῆραν τὰς τροφάς, τὴν καπόταν καὶ τὸ τάσι τοῦ Κολοκοτρώνη. Μᾶς ἔφαγαν καὶ ἕνα λεβέτι μεγάλο, γεμάτο ἀπὸ κρέας χοιρινόν, τὸ ὁποῖον ἔβραζαν οἱ στρατιῶται. Αὐτό μάλιστα μᾶς ἦλθε παράξενον πῶς ἔφαγαν οἱ Τοῦρκοι τὸ χοιρινόν, ὅπου τὸ Κοράνι τοὺς τὸ ἐμποδίζει, ἔκτοτε τοὺς ὕβριζαν οἱ Ἕλληνες γουρουνόπιστους καὶ γουρουνομύτιδες· ἐδῶ μᾶς ἐσκότωσαν καὶ δύο Ἕλληνας καὶ διὰ νὰ μᾶς φοβίσουν τοὺς ἔκαμαν κομμάτια […]
Εἰς τὴν μάχην ταύτην ἀνδραγάθησεν ὁ Ἀναγνώστης Σταυρόπουλος ἀπὸ Ζυγοβίστι καὶ ἐπληγώθη ἐλαφρά. Ὅσοι τῶν Ἑλλήνων ἐφοροῦσαν φράγκικα φορέματα τότε ἐτράβηξαν τὸ διάβολό τους. Τοὺς ἐκυνηγοῦσαν οἱ Τοῦρκοι νὰ τοὺς σκοτώσουν ἐπίτηδες, ἐπειδὴ τοὺς ἐνόμιζαν ὅτι αὐτοί ἐσήκωσαν τοὺς Ἕλληνας εἰς ἐπανάστασιν, τοὺς ἐπερίπαιζαν καὶ τοὺς ἔλεγαν ἀ φ ε ν τα ά δ ε ς τ ο ῦ τ ό π ο υ. Μοῦ ἐπῆραν τὸ ταμπάρο μου καὶ τὸ ἔκαμαν πολλὰ μικρὰ κομμάτια ἀπὸ τὸ πεῖσμά τους, ὅτι ἦτον ροῦχο φράγκικο.
Ἀφοῦ ἐγλυτώσαμεν ἀπὸ τὸν πόλεμον καὶ ἐπιστρέψαμεν εἰς τὸ χωριὸ Βαλτέτσι ηὕραμεν τοὺς σκοτωμένους χριστιανοὺς καὶ δέν ἐζυγώναμεν κανένας μας εἰς αὐτούς κοντά. Ἐκιτρινίσαμεν ἀπὸ τὸν φόβον μας διότι πρώτην φορὰν εἴδαμεν ἀνθρώπους σκοτωμένους. Ὁ δέ Κολοκοτρώνης διὰ νὰ μᾶς ἐνθαῥῤύνῃ ἐμάζωνε τὰ κομμάτια τοῦ καθενός, τὰ ἐφίλαγε καὶ ἔλεγεν εἰς τοὺς τριγύρω στρατιώτας ὅτι αὐτοί εἶναι ἅγιοι, θὰ πᾶν εἰς τὸν παράδεισον σὰν μάρτυρες, καὶ τότε ἐζυγώσαμεν καὶ τοὺς ἐθάψαμεν.
Τὴν αὐρινὴν ἡμέραν οἱ στρατιῶται ἐδειλίασαν, ἄρχισαν νὰ φεύγουν καὶ κανένας ἐκτὸς ταῶν καπεταναίων δέν ἐξημερώθηκεν. Οἱ δέ καπεταναῖοι ὠμίλησαν μεταξύ των καὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνην καὶ εἶπαν νὰ πᾶν εἰς τὸ Λεοντάρι νὰ συναχθοῦν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν πάλιν ὀπίσω. Τότε ὁ Κολοκοτρώνης τοὺς εἶπε ὅτι θὰ πάη καὶ αὐτός κατὰ τὴν Καρύταιναν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θέλουν γραφοφορηθῆ (θέλει εἰδοποιήσει διὰ γραμμάτων ὁ ἕνας τὸν ἄλλον).
Κανείς δέν δύναται νὰ περιγράψῃ τὰ κλάμματα καὶ τοὺς ἀἀστεναγμοὺς τοῦ Κολοκοτρώνη εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, μόνος μὲ δέκα ἀνθρώπους ἔμεινεν· ἐπῆραν καὶ αὐτοί τὰ ἅρματά των καὶ ἕνα σουγλί ’ς τὸ χέρι διὰ ραβδὶ νὰ μὴ γλυστροῦν, διότι ὁ τόπος ἦτον ἀπὸ βροχὴν καὶ κατήφορος.
Πηγές: -Βικιπαίδεια
-εικόνα: https://cognoscoteam.gr/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%AE-%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-1798-1878/
