Κάντε κλικ στους τίτλους για να διαβάσετε τα ποιήματα
Ἄγγελος Σικελιανός, Μακρυγιάννης
Χαρά σ’ εκειόν που πρωτοσήκωσε
απ’ τις σκόνες σκεπασμένο,
το δίστομο σπαθί του Λόγου Σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη,
κ’ είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,
ανέγγιχτες, στο φως,
κι οι δυό πλευρές του λάμψαν γυμνές,
σα να’ βγαιναν την ίδια τούτην ώρα απ’ τ’ ακόνι,
και πως βωδούσαν, απ’ τη μια μεριά πλυμένες
με το αίμα των οχτρώνε,
κι απ’ την άλλη
σάμπως να θέρισαν αυτή την ίδιαν ώρα
μοσκιές και βιόλα απ’ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!
Κι απάνω και στις δύο πλευρές γραφή.
Απ’ τη μια,
τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ηύραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ’ αυτό να ξαναμπούμε πίσω.
μα εγίναμε πουλιά,
και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».
Και από τη δεύτερη πλευρά,
γραφή άλλη χαραγμένη:
«Απάνω στην αλήθεια μου
ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι
τι τόσες φορές το θάνατον εζύγωσα, αδερφοί μου,
και δε με πήρε,
που, για τούτο,
τον θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω».
Χαρά σ’ εκειόν που πρωτοσήκωσε απ’ το χώμα αυτή τη σπάθα
και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια.
Και να που, σκώνοντας τα μάτια απ’ τις πληγές του,
θαρρούμε τώρα πως ακέριο θα τον δούμε
μες στα χρυσάρματά του, όπως τη μέρα
που, σα ν’ ανέβαινε ψηλότερα κι απ’ όποιο θρόνον,
εκαβαλίκεψε πα στ’ άλογο του Καραϊσκάκη,
ή τη βαθιά πως θε ν’ ακούσουμε φωνή του,
καθώς απάνω στην πιο πλούσια της καρδιάς του ανάβρα
κάνοντας έφοδο για του ίδιου τ’ ουρανού τις πύλες,
ήρωας μιλούσε με το Θεό, στόμα με στόμα,
κ’ είχε σε χείλη και καρδιά φωτιά το Λόγο:
«Τι καρτερείς ακόμα τάχα, Δικαιοκρίτη;
Ποιος με χαλκά τους άνεμους θε να Σου δέσει,
ή ποιος στα νέφη Σου θα βάλει χαλινάρι;
Στη γη, που απόμεινε άνυδρη, άκαρπη και στείρα,
ποτιστικιά πότε θα στείλεις τη βροχή Σου
να σκώσει, κύματα ψηλά ασταχυών, το σπόρο
που στ’ όνομά Σου εγώ ’σπειρα από τόσα χρόνια;»
Κι όλων μας το αίμα θέλει να ’μπει μες στ’ αυλάκι.
το ίδιο χωράφι να ποτίσει, στρατηγέ μας!
Τι πια δεν είμαστε στο «εγώ», ως «Εσύ» μας το ’πες,
μα σήμερα είμαστε στο «εμείς», κι ας μαζωχτούμε
σ’ έναν σκοπόν, αν θέλουμε να φκιάσουμε χωριό και κόσμο!…
(Πηγή: https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-angelos-sikelianos-1884-1951/?amp=1 )
Ιούλιος Τυπάλδος, Ο θάνατος του κλέφτη
Έχετε γεια, ψηλά βουνά
και κρυσταλλένιες βρύσες,
χαράματα με τις δροσιές, νύχτες με το φεγγάρι
και σεις, μαύρα κλεφτόπουλα, που στην Τουρκιά ετρομάξτε!
Αρρώστια δε με πλάκωσε και πηαίνω να πεθάνω,
κι αν πάρει βόλι το κορμί, πάλι, η ψυχή απομένει.
Μαύρο πουλάκι θα γενώ, μαύρο χελιδονάκι,
να ‘ρθω το γλυκοχάραμα να ιδώ που πολεμάτε,
και σα σχολάσει ο πόλεμος κι εβγεί τ’ αχνό φεγγάρι,
πάλι θε να ‘ρθω να σταθώ σ’ ένα κυπαρισσάκι
τα λίγα τα κλεφτόπουλα, που βρω στη γη να κλάψω,
μέσα στης νύχτας την ερμιά, στον ύπνο που κοιμούνται,
Ν’ ακούσουν οι μανάδες τους να τα μοιρολογήσουν.
-Για ιδές η θύρα του Πασά, και πάψε το τραγούδι!
Έχετε γεια, ψηλά βουνά, τρεχούμενα ποτάμια.
Αδέλφια, να με θάψετε σε μια ψηλή ραχούλα,
ν’ ακούω τ’ αηδόνια που ‘ρχονται και φέρνουν τον Απρίλη.
(Πηγή: http://www.kefalosperiodiko.gr/2020/03/o-thanatos-toy-klefti.html?m=1)
Βίκτωρ Ουγκώ, Το Ελληνόπουλο
(Γράφτηκε το 1828 και αναφέρεται στην καταστροφή της Χίου από τους Τούρκους στις 30 Μαρτίου 1822).
Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ’όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.
Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μες την αφάνταστη φθορά.
-Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;
Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια, που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά
Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’ το δεντρί
που μες στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πηλαλάει, δε σώνει
μες απ’ τον ίσκιο του να βγει;
Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ’ όλα τ’ αγαθά
τούτα; Πες. Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω, να!
(Μετάφραση Κωστή Παλαμά)
Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/442
Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Εμπρός, Ελλάδα
Εμπρός, στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,
βάστα γερά στο χέρι τ' άρματά σου!
Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Ολυμπος,
η Πίνδο, οι Θερμοπύλες δόξασμά σου.
Απ' τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν
η λεφτεριά σου ολόφωτη, γενναία
κι απ' τον τάφο του Σοφοκλή,
απ' τα μάρμαρα της Αθήνας,
πάντα ιερή και νέα.
Θεών κ' ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα
το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα
με τον ηχό, που βγάνει του Τυρταίου σου,
του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.
(Ελεύθερη Απόδοση: Κώστας Βάρναλης)
Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Πιστή Ελληνίδα, μην κλαίς
«Πιστή Ελληνίδα, μην κλαίς
Έπεσε ήρωας
Το βόλι του εχθρού καρφώθηκε στο στήθος
Μην κλαις
Εσύ δεν ήσουν που πριν την πρώτη μάχη
καθόρισες τον ματωμένο δρόμο της τιμής;
Τον βαρύ χωρισμό αισθανόμενος
τότε το χέρι σε σένα πανηγυρικά
ο σύζυγος άπλωσε
Με δάκρυα το βρέφος του ευλόγησε
Της ελευθερίας όμως το μαύρο λάβαρο θορύβησε
Όπως ο Αριστογείτων με μύρτο
το σπαθί περιτύλιξε
Όρμησε στη σφαγή πέφτοντας
Τη μεγάλη ιερή υπόθεση υπερασπίστηκε»
(Μετάφραση: Αλέξης Πάρνης)
