Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη1
(Οι περιπέτειες των κλεφτών υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη με τους Τούρκους, προεπαναστατικά)
Εἰς τὰ 1805 πηγαίνω εἰς τὴν Ζάκυνθον· ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος κάμνει πρόσκλησιν διὰ νὰ γραφθοῦν οἱ Ἕλληνες εἰς τὰ στρατεύματα.
Κάμνομεν ὅλοι μία ἀναφορά, Σουλιῶται, Ρουμελιῶται καὶ Πελοποννήσιοι εἰς τὸν Αὐτοκράτορα καὶ τοῦ ζητοῦμεν βοήθειαν διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὸν τόπον μας· ὁ Ἀναγνωστᾶς ἐνήργησε νὰ γίνῃ ἡ ἀναφορὰ οἱ Σουλιῶται, Ῥουμελιῶτες ἦτον στὴν Πάργαν. Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς ἦλθεν εἰς… καὶ ἐγράφθησαν 5000 στρατιῶται Πελοποννήσιοι εἰς τὰ ἄρματα· ἦλθε ἡ ἀπάντησις, τότε ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθον εἰς τὰ 1805 τὸν Αὔγουστο ὁμιλῶ μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Ρωσσικῶν στρατευμάτων καὶ μὲ λέγει, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ τὸν διέταξε νὰ παραδεχθῇ εἰς τὴν δούλευσιν ὅσους θέλουν νὰ ἔμβουν καὶ νὰ ὑπάγουν νὰ κτυπήσουν τὸν Ναπολέοντα. Τοῦ ἀποκρίνομαι ὅσον διὰ τὸ μέρος μου δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν δούλευσιν. Τί ἔχω νὰ κάμω μὲ τὸν Ναπολέοντα; Ἂν θέλετε ὅμως στρατιώτας διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας σὲ ὐπόσχομαι καὶ 5 καὶ 10 χιλιάδας στρατιώτας· μία φορὰ ἐβαπτισθήκαμεν μὲ τὸ λάδι, βαπτιζόμεθα καὶ μίαν μὲ τὸ αἷμα καὶ ἄλλη μίαν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος μας. Μένω 15 ἡμέρας εἰς τὴν Ζάκυνθον, δὲν συμφωνῶ, ἀφίνω 28 ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου καὶ τὸν Νικήτα ἀνεψιό μου καὶ τοῦ Γιάννη Κολοκοτρώνη αὐτοῦ. Τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ στρατεύματα γράφονται καὶ πηγαίνουν εἰς τὴν Νεάπολι. Οἱ Τοῦρκοι βλέπουν αὐτά τὰ κινήματα καὶ γράφουν ἀναφορὰς εἰς τὸν Σουλτάνον καὶ τοῦ ἐξηγοῦν τὰς ὑποψίας των. Ὁ Σουλτάνος λαμβάνει τὴν ἰδέαν νὰ κόψῃ τὸν λαόν. Ὁ Πατριάρχης κάμνει παρατηρήσεις καὶ λέγει τί πταίει ὁ λαός; Νὰ σκοτώσωμεν τοὺς πρωταιτίους, τοὺς κακούς, καὶ τὸν ἀντισκόβῃ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν Τούρκων συμφωνεῖ μὲ τὰς πληροφορίας τοῦ Καμπινέτου τῆς Γαλλίας, ὅτι νὰ χαλάσουν τοὺς Καπεταναίους τοὺς λεγομένους κλέφτας καὶ τοὺς Καπεταναίους τῶν καραβιῶν, διὰ τί μία ἡμέρα εἰμποροῦν νὰ κάμουν ἐπανάστασιν. Τότε κάμνει ἕνα φερμάνι ὁ Σουλτάνος νὰ σκοτώσουν τοὺς κλέφτας. Ἀφοριστικὸ ἔρχεται τοῦ Πατριάρχου διὰ νὰ σηκωθῇ ὅλος ὁ λαός, καὶ ἔτζι ἐκινήθηκε ὅλη ἡ Πελοπόννησος Τοῦρκοι, καὶ Ρωμαῖοι κατὰ τῶν Κολοκοτρωναίων. Τὸν Αὔγουστον ὑπῆγα εἰς Ζάκυνθον· τὸν Σεπτέμβρι ἐβγῆκα ἔξω, καὶ Ἰανουάριον 1806 ἦλθε τὸ διάταγμα καὶ μᾶς ἐκυνήγησαν. ὁ Πετιμεζᾶς, ὁ Γιαννιᾶς καὶ ὁ Ζαχαριᾶς ἦτον χαϊμένοι πρωτήτερα, καὶ εὑρέθηκα μὲ μόνον 150.
Ἐπήγαμεν εἰς τὸ Μοναστῆρι, Βελανιδιά, πλησίον τῆς Καλαμάτας, καὶ ἀπεκεῖ ἔστειλα ἕνα γράμμα τοῦ Ἡγούμενου διὰ νὰ μοῦ στείλουν ζωοτροφίας· τὸ γράμμα τὸ ἔπιασαν οἱ Τοῦρκοι· καὶ ὁ Δελιαχμέτης ἦλθε καὶ μᾶς ἐπολιόρκησε μὲ 1000, ἐτραβίξαμεν τὰ σπαθιὰ καὶ τοὺς ἐχαλάσαμεν· τοὺς ἐπήραμε κυνηγῶντας ἕως εἰς τὴν Καλαμάτα, ἐπήραμεν τὰς σημαίας τους καὶ ἐσκοτώσαμεν πολλούς.
Αὐτός ὁ Δελιαχμέτης ἦτον περίφημος εἰς τὴν Ῥούμελη, ἐκατατρέχθη ἀπὸ τὸν Ἀλῆ-Πασᾶ κ’ ἐκατέφυγε εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ὁ παςᾶς τοῦ τόπου τὸν ἔδωκε 500 χάρτζια (μισθούς) διὰ νὰ κυνηγάῃ τοὺς κλέφτας· ἐγώ σὰν τὸ ἔμαθα εἶχα 80, καὶ ἐπῆγα ἐπίτηδες διὰ νὰ δοκιμάσω τὴν δύναμίν του εἰς τὸ Ἄκοβο (Σαμπάζικα), καὶ ἐφοβήθηκε νὰ πολεμήσῃ μὲ ἡμᾶς. Ἐπήγαμε εἰς τὴν Βλαχοκερασιὰ καὶ τὴν ἐχαλάσαμε ὠς ἰδιοκτησία τοῦ Χασεκῆ, ὁποῦ ἔκαψε τὰ σπίτιά μας. Ἄλλη μία φορὰ ἐπήγαμε εἰς τοῦ Τζεφερεμίνη καὶ μᾶς ἔμαθαν οἱ Τοῦρκοι τῆς Ἀνδρούσας καὶ ἐκίνησαν μία ἑκατοστὴ διὰ νὰ μᾶς κτυπήσουν, καὶ ἐβγήκαμεν, τοὺς ἐκυνηγήσαμεν καὶ ἐτρόμαξαν νὰ γλυτώσουν· τὸ ἴδιον ἐστάθη καὶ εἰς τοῦ Μήλια, τὸ Παλιόκαστρο, ἀνάμεσα Μήλια καὶ Μποῦτζα (τῆς Μεσσηνίας). Ὅλ’ ἡμέρα ἐπολεμήσαμεν καὶ τὸ βράδυ τοὺς ἐφύγαμε. Ἄλλη μία φορὰ ἐφάνηκαν εἰς τοῦ Μαρμαριᾶ (Βρουστοχωριά). Ἦλθαν μᾶς ’πλάκωσαν ἀπὸ ὅλαις ταῖς κοντιναῖς ἐπαρχίαις ὅλοι οἱ Τοῦρκοι, μᾶς ἔκλεισαν εἰς ἕνα βουνό, ἐπολεμήσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὸ βράδυ τοὺς ἐφύγαμεν. Εἰς τὸν Ἄκοβο, ὅπου δεν ἠθέλησαν νὰ πολεμήσουν, ἦτον ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ντελῆ-Ἀχμέτη, καὶ ἀφοῦ ἐγύρισε εἰς τὸν μπάρμπα του τὸν ἔφτυσε γιατὶ δὲν ἐπολέμησε, καὶ αὐτός τοῦ ἀπεκρίθη: νὰ σὲ κάμῃ ὁ Θεὸς κιαμέτι νὰ πολεμήσετε μὲ αὐτούς καὶ τότε βλέπεις. Ἀφότου τὸν ἐχαλάσαμεν ἐπῆγεν ὁ Ντελῆ-Ἀχμέτης εἰς τὴν Καλαμάταν καὶ ἐκάθησε τρεῖς μῆνας. Ἐκεῖ φοβούμενος μήπως ’πάγωμε καὶ τοὺς χαλάσωμε, ἐγραφοφορισθήκαμεν μετ’ αὐτόν, καὶ ἔπειτα ἐπῆγεν ὁ Ντελῆ-Ἀχμέτης εἰς τὸν Πασᾶ καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἰμποροῦμε νὰ τοὺς κάμωμε τίποτες, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσετε τὸ ἁρματωλίκι διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος, καὶ ἔτζι ἀπέρασε ἐκεῖνος ὁ χρόνος.
(Αυτοβιογραφικά στοιχεία και πληροφορίες για τους κλέφτες προεπαναστατικά)
Ἐγεννήθηκα στὰ . . . . . . . . . . . . . . . 1770.
Ὅταν ἐγλύτωσα ἀπὸ τὴν Καστάνιτζα ἤμουν χρόνων 10.
Διαμονή Μάνης χρόνια . . . . . . . . . . . . . . . 2.
Εἰς τὴν Ἀλωνίσθενα χρόνια . . . . . . . . . . . . . . 3.
Εἰς τὰ σαμπάσικα χρόνια . . . . . . . . . . . . . . 12.
Ἐποχὴ τῆς Νεότητος, 5 χρόνια ἀνύπανδρος καὶ ἄλ-
λους 7 χρόνους ὑπανδρευμένος· 27 χρόνους εἶχα ὅταν
μὲ ἐπρωτοκυνήγησαν.
Ἁρματωλὸς καὶ κλέφτης ἀλληλοδιαδόχως χρόνια . . . 5.
Φερμάνι Βασιλικὸ διὰ ἐμένα καὶ τὸν Πετιμεζᾶ
‘στὰ 1802 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 1.
Τὸ δεύτερο φερμάνι τὸν Ἰανουάριον 1806, καὶ τὸ
Πατριαρχικὸ Συνοδικὸ . . . . . . . . . . . . 3.
36 χρόνων ἤμουν ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο,
50 χρόνους εἶχα ὅταν ἐβγῆκα εἰς τὴν ἐπανάστασι.
Οἱ κλέφταις καὶ ἁρματωλοὶ εἶχαν Α΄ Τάξιν. Ἡ ἀξιότης του
Β΄ Τάξιν.
Γ΄ Τάξιν.
Δ΄. οἱ ψυχογυοί.
Οἱ πρῶτοι ἀξιωματικοὶ ἐγίνοντο διὰ τὴν ἀνδρίαν των ἢ διὰ τὴν φρόνησίν των· ὁ μισθός των ὅταν ἦσαν ἁρματωλοί, τὸ μοίρασμα τῶν λαφύρων ὅταν ἦσαν κλέπται· ἐδίδοντο καὶ βραβεῖα εἰς τοὺς ἀριστεύοντας. Ὅταν ἔσφαλλον ἦτον τὸ κόψιμον τῶν μαλιῶν, τὸ ξαρμάτωμα· Σέβας πρὸς τὰς γυναίκας· ἐδίωχναν ὅποιος ἤθελε βιάσει καμμία γυναίκα· παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ἡρωϊκά, ταῖς ἁμάδαις· τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοὶ μὲ ταᾶις λύραις· τὰ τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἐφημερίδες στρατιωτικαῖς.
Τ’ ἅρματά τους ἦσαν πιστόλαις, χαρπί (μελουδάρι), σπαθιὰ ζωστά, ζάβες ς’ τὰ ποδάρια, τὸν χειμῶνα ἔβαζαν θώρακας (τζαπρέσια), κουμπιὰ μεγάλα εἰς τὰ γελέκια.
Τὰ Καπετανάτα ἐδίδονταν εἰς τοὺς υἱούς, εἰς τὸν ἀξιώτερο καὶ ὄχι εἰς τὸν πρωτότοκο.
Ἡ Σημαῖα μου ἦτον ἔνα Χ καθὼς ἡ Ῥωσσικὴ σημαῖα.
Τὰ Μοναστήρια τοὺς ἐβοηθοῦσαν· οἱ Γεωργοὶ καὶ οἱ ποιμένες ἔδιναν εἴδησιν εἰς τοὺς κλέπτας, ζωοτροφίας καὶ πολεμοφόδια. Ὅταν εἰς τὸν πόλεμο ἐλαβώνετο κανένας βαρέως καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὸν πάρουν τὸν ἐφιλοῦσαν καὶ ἔπειτα τοῦ ἔκοφταν τὸ κεφάλι, τὸ εἶχαν εἰς ἀτιμίαν ὁποῦ οἱ τοῦρκοι νὰ πάρουν τὸ κεφάλι του. Ἀπὸ 36 πρωτοξαδέλφια, μόνον 8 ἐγλύτωσαν, οἱ ἄλλοι ἐχάθηκαν ὅλοι· δὲν εἶναι διάσυλο, ὁποῦ δὲν εἶναι θαμμένος Κολοκοτρώνης, χωριστὰ τὰ δευτεροξαδέρφια, θεῖοι καὶ λοιποὶ φίλοι χαϋμένοι. Τὸ, κλέφτης ἦτον καύχημα· ἔλεγε: εἶμαι κλέφτης, καὶ ἡ ευχὴ τῶν πατέρων ἑνὸς παιδιοῦ ἦτον νὰ γίνῃ κλέφτης· – Τὸ κλέφτης ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν ἐξουσία. – Εἰς τοῦ Πατρός μου τὸν καιρό, ἦτον ἱερὸ πρᾶγμα νὰ πειράξουν Ἕλληνα. Καὶ ὅταν οἱ κλέπται ἤρχοντο εἰς συμπλοκή μὲ τοὺς Τούρκους ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἄφιναν τὸ ζευγάρι, καὶ ἐπάγαιναν νὰ βοηθήσουν τοὺς κλέπτας· εἰς τὰς ἡμέρας ἐπειράζοντο καὶ Ἕλληνες ὁμοφρονοῦντες μὲ τοὺς Τούρκους· ὅταν ἦλθε ὁ Ἀνδροῦτζος πατέρας τοῦ Ὀδυσσέως, ἐγνωρίσθηκα εἰς τὴν Μάνη, καὶ τὸν ἐσυντρόφευσα ἕως εἰς τὴν Κόρινθο. Εἰς τὸν κατατρεγμό μας, διὰ 15 ἡμέραις οὔτε ἐκοιμώμεθα οὔτε ἐτρώγαμε· ἐσώσαμε τὰ φουσέκια, καθημέρα πόλεμο.
1 “ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ Από τα 1770 έως τα 1836”, Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως Αθήνα, 1846 σ. 15-18 και 39-40.
Πηγές: https://www.ebooks4greeks.gr/
https://eranistis.net/wordpress/wp-content/uploads/
