Ἁρματολοὶ καὶ κλέφτες (3)
(Ἰωάννης Κολιόπουλος, «Ληστεία καὶ ἀλυτρωτισμός στὴν Ἑλλάδα τοῦ 19ου αἰῶνα», Ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἐθνικισμὸς στὴ νεότερη Ἑλλάδα, συλλογικό, ἐπιμ. Θάνος Βερέμης, Ἀθήνα, ΜΙΕΤ, 2003, σ. 145-149).
Μερικοὶ καπεταναῖοι συσσώρευσαν πλούτη ἢ ἁπλῶς αὔξησαν τὰ ἤδη ὑπάρχοντα, ἄλλοι ὅμως εἶδαν τὶς περιουσίες τους νὰ ἐξανεμίζονται. Ὁ Βαρνακιώτης, καπετάνιος στὸ Ξηρόμερο πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα, ἦταν ἕνας ἰσχυρὸς ἄντρας πρὶν προσκυνήσει τοὺς Τούρκους τὸ 1822 –κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἀφοῦ ἐξασφάλισε καλύτερη συμφωνία μὲ ἕναν Ἀλβανὸ διοικητὴ ἀπ’ ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ κυβέρνηση ἦταν σὲ θέση νὰ τοῦ προσφέρει. Ἡ ἀξιόλογη περιουσία του σὲ γῆ, σιταποθῆκες, πρόβατα καὶ βοοειδῆ ἔγινε εὔκολη λεία γιὰ τοὺς ὑπαρχηγούς του, ἰδίως γιὰ τὸν Γεώργιο Τσόγκα, ἕναν Σαρακατσάνο ποὺ πῆρε τὴ θέση τοῦ ἀφέντη του καὶ κατάφερε νὰ διοριστεῖ ἀπὸ τὴν κυβέρνηση στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς ἐπαρχίας. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ τοῦ Βαρνακιώτη στοὺς Τούρκους καὶ τὴ δέσμευση τῆς περιουσίας του, ἡ Γερουσία τῆς Δυτικῆς Χέρσου Ἑλλάδος, ἡ τοπικὴ συνέλευση καπεταναίων καὶ ἀρχιερέων, ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν ὑπερήφανο καπετάνιο μὲ τοὺς πιὸ δουλικοὺς ὅρους, νιώθοντας γι’ αὐτόν μεγαλύτερο φόβο ἀπ’ ὅσο γιὰ τὴν ἐπαναστατικὴ κυβέρνηση ἢ τὸν σουλτάνο.
Γιὰ παρόμοιους λόγους καὶ κίνητρα πολλοὶ καπεταναῖοι πῆγαν μὲ τὸ μέρος τῶν Τούρκων, ἢ ἁπλῶς ἀπείλησαν νὰ τὸ πράξουν. Τὸ προσκύνημα στοὺς Τούρκους καὶ ἡ συνεργασία ὁποιουδήποτε βαθμοῦ μὲ τὸν ἐχθρό, ὅσο καὶ ἂν ἀποτελοῦσαν πράξεις κατακριτέες καὶ ἄξιες περιφρόνησης γιὰ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἐπαναστατικῆς κυβέρνησης καὶ γιὰ τὴ νεοεμφανιζόμενη πολιτικὴ ὀντότητα, γίνονταν στὸ πλαίσιο παραδοσιακῶν ρόλων καὶ ἀξιῶν –στ’ ἀλήθεια, τῶν ἴδιων ἀκριβῶς ρόλων καὶ ἀξιῶν ποὺ συνδέθηκαν μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς στρατιωτικῆς τάξης ποὺ ἤδη περιγράψαμε. Ὅταν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ Μεσολογγίου τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1826 καὶ τὴν ὑποταγὴ τῶν περισσότερων ὁπλαρχηγῶν τῆς Ρούμελης στοὺς προηγούμενους ἀφέντες τους ὁ Ἀνδρέας Σιαφάκας διορίστηκε καπετάνιος στὸ ἁρματολίκι τοῦ Λιδωρικίου ἀπὸ τὸν Μεχμὲτ Ρεσὶτ Πασά, καμία πλευρὰ δὲν ἔδειξε νὰ θεωρεῖ τὸ γεγονὸς ὡς κάτι ἐξαιρετικό. Ἀκόμη μικρότερη ἐντύπωση φαίνεται ὅτι προξένησαν, στοὺς ἀντιπάλους τουλάχιστον, περιπτώσεις συνεργασίας κάπως πιὸ διακριτικοῦ χαρακτῆρα, ὅπως ἡ ἀμοιβαῖα ἐπωφελὴς καὶ ἀφανὴς σχέση ἀνάμεσα στὸν Τσόγκα κι ἕναν φιλικὸ Ἀλβανὸ ὁπλαρχηγό, τὸν Μπεκὶρ Τζογαντόρ, οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύονταν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον τὴ φύλαξη τῶν κοπαδιῶν τους ὅποτε οἱ Ἕλληνες εἰσέβαλλαν στὴν ἐπικράτεια τοῦ Μπεκὶρ στὴν Πρέβεζα ἢ οἱ Ἀλβανοὶ ἔκαναν τὸ ἴδιο πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση. Ὑπὸ πολλὲς ἔννοιες ἡ ὑποταγὴ καὶ ἡ συνεργασία ἀναπτύχθηκαν μέσα ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ἐναλλαγὴ ρόλων ἀνάμεσα σὲ παρανόμους καὶ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Τώρα λειτουργοῦσε σὲ ἕνα καινοφανὲς πλαίσιο· ἡ ἐμφάνιση μιᾶς ἐναλλακτικῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ προσθήκη μιᾶς πολιτικῆς διάστασης στὴν παρανομία ἀνέβασε δραματικὰ τὸ τίμημα καὶ κατέστησε τὸ παλιὸ παιχνίδι ἕνα μᾶλλον σκληρὸ ἐγχείρημα.
[…] Ὁ καπετάνιος, μὲ τὶς ἰδιότητές του τοῦ ἀρχηγοῦ ἀτάκτων, στρατιωτικοῦ διοικητῆ καὶ φοροεισπράκτορα στὴν περιφέρειά του, εἶχε κάθε συμφέρον νὰ κρατᾶ μακριὰ τὸν πόλεμο καὶ τὰ καταστρεπτικά του ἐπακόλουθα καὶ νὰ ἐξασφαλίζει ἕναν βαθμὸ εἰρηνικῶν συνθηκῶν γιὰ τοὺς κατοίκους ποὺ εἶχε ὑπὸ τὴν προστασία του. Ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐξουσία ἑνὸς καπετάνιου, ἰδίως σὲ ἐποχὲς ποὺ οἱ συνθῆκες μεταβάλλονταν μὲ ταχὺ ρυθμό, στηρίζονταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὸν ἀριθμὸ τῶν ἐνόπλων ποὺ ἦταν σὲ θέση νὰ διατηρεῖ ὑπὸ τὶς διαταγές του· καὶ ὅταν συνέβαινε νὰ χαλαρώσουν ἢ νὰ διαρρηχθοῦν οἱ παλαιοὶ δεσμοί, τὸ μόνο ἀποτελεσματικὸ μέσο γιὰ νὰ συντηρηθεῖ ἡ προσήλωση τῶν ἀτάκτων στὴ συμμορία ἀποτελοῦσαν οἱ μισθοὶ καὶ τὸ σιτηρέσιο, ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλισθοῦν μὲ κάθε μέσο καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ κόστος.
Ἕνας ἀκόμη παράγοντας σχετικὸς μὲ τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴ συνεργασία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ φροντίδα γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀδιατάρακτη εἴσπραξη ζωτικῆς σημασίας ἐσόδων, ἦταν τὰ περίπλοκα καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενα δίκτυα συμμαχιῶν καὶ τὰ ἀντίστοιχα συμφέροντά τους στὴν περιοχή. Οἱ προσπάθειες τῆς ἐπαναστατικῆς κυβέρνησης νὰ τιθασεύσει τὴν ἀτομικὴ στρατιωτικὴ δεξιοτεχνία καὶ ἐπιρροὴ χάριν τῆς γενικῆς πολεμικῆς προσπάθειας προκάλεσαν τὴ διάσπαση συμμαχιῶν καὶ τὴ σύναψη ἄλλων καὶ ἐνέτειναν τὶς ἔριδες. Θεωρητικά, παρόμοιες προσπάθειες καί, γενικότερα, ἡ ἄσκηση κεντρικῆς ἐξουσίας θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴ διάλυση συμμαχιῶν καὶ τὴν κατάπαυση τῶν ἐρίδων. Μέχρι ὅμως νὰ καταστεῖ ἡ κυβέρνηση ἱκανὴ νὰ ἀνταμείψει τὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, πράγμα ποὺ ἔγινε ἐφικτὸ μόνον ἀφότου ἔφθασε ἀπὸ τὸ Λονδίνο ἡ πρώτη δόση τοῦ πολεμικοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ ἄρχισε νὰ εἰσπράττεται καὶ νὰ καθίσταται διαθέσιμο ἐθνικὸ εἰσόδημα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τῆς κυβέρνησης, ἔπρεπε νὰ ἀνέχεται τοὺς καπεταναίους καὶ τὰ καμώματά τους. Πράγματι, ἔπρεπε νὰ τοὺς καλοπιάνουν ἐφόσον, ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση ὑποταγῆς τους στὸν ἐχθρό, οἱ καπεταναῖοι κρίνονταν γενικὰ ἀκίνδυνοι μακροπρόθεσμα, καθὼς ἀλληλοεξουδετερώνονταν καὶ βαθμιαῖα ὑπέσκαπταν τὴ δύναμη τῆς στρατιωτικῆς τάξης.
