Κυριακή, 30 Μαϊος 2021 19:27

Για την Ελληνική Επανάσταση - Διακόσια χρόνια μετά (9)

Ary Scheffer, Σουλιώτισσες Γυναίκες»

 

Λέσχη Ανάγνωσης της Κίνησης Επικοινωνίας Πολιτών Φιλύρου

Για την Ελληνική Eπανάσταση

25 Μαρτίου 1821 – 25 Μαρτίου 2021

 

Οι ημέρες των Ελεύθερων Πολιορκημένων (3)

(Μεσολόγγι, 1826)

Οι ημέρες των Ελεύθερων Πολιορκημένων (Μεσολόγγι 1824-1826), Ωκεανίδα, Αθήνα 2001, σ. 418-421.

Ἡ συνέχεια τῆς Β΄ Πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου καὶ ἡ Ἔξοδος ὄπως καταγράφηκαν στὴ Γενικὴ Ἐφημερίδα τῆς Ἑλλάδος

Γενικὴ Ἐφημερὶς τῆς Ἑλλάδος, 54, 21 Ἀπριλίου 1826

Ε Γ Χ Ω Ρ Ι Ο Ι  Ε Ι Δ Η Σ Ε Ι Σ

Ἀ π ὸ Ν α υ π λ ί ο υ, 10 Μ α ρ τ ί ο υ

[…] Ὁ ἐχθρός, ἀφ’ οὗ ἐκυρίευσε τὸ Βασιλάδι καὶ μετὰ τοῦτο τὸ Ἀνατολικόν, ἐσυγκέντρωσεν ὅλας του τὰς δυνάμεις εἰς τὸ Μεσολόγγιον, καὶ τὸ περιέζωσε διὰ θαλάσσης μὲ πλοιάρια. Ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἔφθασεν ἐκεῖ, ἀλλ’ ἔφθασε παράκαιρα, καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσ νὰ προφθάσῃ τὸ φρούριον ἐκεῖνο μὲ ζωοτροφίας. Οἱ ἐν αὐτῷ ἀθάνατοι ἥρωες, ἀφ’ οὗ κατέφαγον πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ φαγωθ, ἀπελπισθέντες ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσι τροφάς, ἀπεφάσισαν νὰ ἐξέλθωσι, καὶ διὰ μέσου τῶν ἐχθρῶν νὰ σωθῶσι πολεμοῦντες, τὸ ὁποῖον καὶ ἔγινε τὴν νύκτα τῆς 10ης πρὸς τὴν 11ην τοῦ μηνός. Μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ φέρωσι μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ πληγωμένους, ἐσύναξαν αὐτούς καὶ ὅλους τοὺς ἀδυνάτους εἰς ὀλίγας ὀχυροτέρας οἰκίας, καὶ ἀποχεραιτήσαντες τοὺς συμμετόχους τόσων ἡρωικῶν κατορθωμάτων ἀνεχώρησαν· οἱ δὲ ἐναπομείναντες ἀδύνατοι, ἀφ’ οὗ καὶ οὕτως ἔχοντες ἐπολέμησαν ἀνδρείως, ἐκάησαν ἀφ’ ἑαυτῶν ζῶντες, διὰ νὰ στερήσωσι τὸν ἐχθρὸν τὴν δόξαν, ὅτι ἐκυρίευσε τὸ Μεσολόγγιον, ζώντων ἐν αὐτ ἀνθρώπων· ἀπὸ δὲ τῶν ἐξελθόντων ὀλίγοι τινὲς ἐχάθησαν, οἱ δὲ λοιποί, περὶ τὰς 2000, διεσώθησαν ἀβλαβεῖς. Ἐπολέμησεν ἡρωικῶς, καὶ ἔπεσεν ἡρωικώτερον τὸ ἔνδοξον Μεσολόγγιον. Ὁ ἐχθρὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καυχηθ ὅτι ἐκυρίευσε τὸ φρούριον ἐκεῖνο διὰ τῆς δυνάμεως· διότι ἐὰν δὲν ἔλιπαν ἐξ αὐτοῦ αἱ ζωοτροφίαι, δὲν ἤθελε τὸ κυριεύσει βέβαια, ἀλλ’ ἤθελεν ἐκτριφθῆ αὐτός πολιορκῶν. Τὸ Μεσολόγγιον ἔπεσε, ἀλλὰ καὶ πεσὸν ζ, διότι ζῇ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς φρουρᾶς, ἡ ὁποία καὶ ἑτοιμάζεται πάλιν εἰς νέους ἀγῶνας. Τὰ στήθη τῶν ἀθανάτων ὑπερασπιστῶν τοῦ Μεσολογγίου ἀντέσχον περισσότερον εἰς τὸν ἐχθρὸν παρὰ τὰ τείχη. Αὐτά ἐτρόμασαν τὸν ἐχθρόν· αὐτά θέλουσι τὸν κατατρομάσει πάλιν. Ὁ Ἰμπραήμης καὶ ὁ Κιουταχῆς φαίνονται νικηταί, ἀλλ’ εἶναι νικημένοι· διότι αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ἐδοκίμασαν κατὰ τὴν 25ην τοῦ Μαρτίου, καὶ ἔκτοτε ἕως τῆς ἡρωικωτάτης ἐξόδου τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Μεσολογγίου, ἦσαν τόσον σημαντικαί, ὥστε τὸ στράτευμά των ἐλαττώθη ὅσον δὲν ἤλπιζαν· καὶ ἑνός μηνός, ἢ δύο τὸ πολύ, σπουδαῖος ἀγὼν τῶν Ἑλλήνων διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀφανίσῃ κατὰ κράτος τὸν ἐχθρόν, καὶ ν’ ἀσφαλίσῃ διὰ παντὸς τὴν πολυπόθητον ἐλευθερίαν.

Ἕλληνες! Ἕκτον ἤδη ἔτος ἀγωνιζόμεθα, καὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀκόμη δὲν θέλομεν ἀγωνισθῆ; Ἡ πτῶσις τοῦ Μεσολογγίου εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς δειλιάσῃ καὶ ἀπελπίσῃ; Ἡ διασωθεῖσα ἀθάνατος φρουρά, ἐνωθεῖσα μὲ τὰ εἰς Δερβέκισταν συναχθέντα στρατεύματα, ἑτοιμάζεται νὰ κτυπήσῃ πάλιν τὸν ἐχθρόν, τὸν ὁποῖον ἔμαθε τόσον νὰ καταφρονῇ· καὶ δὲν θέλουσι συνδράμει ὅλοι, ὅσοι φέρουσιν ὅπλα, καὶ καυχῶνται εἰς αὐτά, εἰς τὸν ταχύτερον τοῦ ἐχθροῦ ἀφανισμόν; Τώρα εἶναι καιρὸς νὰ τρέξωμεν ὅλοι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ· τώρα, ὅτε καὶ πρὸς ὀλίγους πολεμῶν τόσον καιρὸν ἀπέκαμε· μὴ τῷ δώσωμεν καιρὸν νὰ συνέλθῃ, ν’ ἀναλάβῃ τὰς δυνάμεις του. Ἂς ἐνθουσιασθῶμεν ὅλοι τὸν θεῖον ἐνθουσιασμόν, καὶ ἂς ὁρμήσωμεν ἐπ’ αὐτόν πρὸ τοῦ νὰ ἐτοιμασθῇ. Θέλομεν ἐλευθερίαν; Θέλομεν πατρίδα; Ἰδοὺ καιρὸς ἁρμοδιώτατος· ἂς μὴν ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὁ καιρὸς οὗτος, διὰ νὰ μὴ μετανοήσωμεν ἐπὶ ματαίῳ. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκατέλιπε· μᾶς προστατεύει· μᾶς βοηθεῖ· ἂς κινηθῶμεν λοιπόν, καὶ θέλομεν ἰδεῖ νέα θαύματα. Ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν.

 

Γενικὴ Ἐφημερὶς τῆς Ἑλλάδος, 60, 26 Μαΐου 1826

Ν α ύ π λ ι ο ν, 2 6 Μ α ΐ ο υ

Π Ε Ρ Ι  Τ Ω Ν  Τ Ε Λ Ε Υ Τ Α Ι Ω Ν  Σ Τ Ι Γ Μ Ω Ν  Τ Ο Υ  Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι Ο Υ

Κ Α Ι  Τ Η Σ  Η Ρ Ω Ϊ Κ Η Σ  Α Ν Α Χ Ω Ρ Η Σ Ε Ω Σ  Τ Η Σ  Φ Ρ Ο Υ Ρ Α Σ

Αἱ τροφαὶ εἶχαν ἀρχίσει πρὸ ἡμερῶν βαθμηδὸν νὰ ἐλαττοῦνται, ἕως ὅτου ἐξέλιπον διόλου περὶ τὰς 25 τοῦ Μαρτίου. Κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἔφθασε καὶ ἡ παρὰ τοῦ ναυάρχου Μιαούλη διοικουμένη μοῖρα, καὶ ἐπροσπάθει νὰ ἀνοίξ τὴν λίμνην, διὰ νὰ ἐμβάσ τροφάς· ἀλλ’ ὀ ἐχθρὸς εἶχε προκαταλάβει ὅλας τὰς εἰσόδους, κατασκευάσας ἐπ’ αὐτῶν κανονοστάσια, τὰ ὁποῖα κατέσταινον ἀδύνατον τὴν εἰσχώρησιν τῶν βαρκῶν τοῦ στόλου μας, ὅστις, ὢν ὀλιγάριθμος, καὶ μὴ ἔχων ἱκανοὺς ναύτας, δὲν ἐδύνατο νὰ ἀποχωρίζεται πολὺν καιρὸν ἀπὸ αὐτάς. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ στόλου, καὶ τὰ ἐγκαρδιωτικὰ γράμματα τῶν ἐν αὐτ ὁπλαρχηγῶν, καὶ τοῦ ναυάρχου, ἐμψύχωσαν ἐν μέσ τοσούτων στερήσεων καὶ ταλαιπωριῶν τὴν φρουράν. Ὥστε ἀπεφάσισε νὰ ὑποφέρ καὶ ἄλλας πολὺ σκληροτέρας, ἐλπίζουσα νὰ λάβ τὰς τροφάς, καὶ νὰ θριαμβεύσ τελευταῖον κατὰ τῶν βαρβάρων, τοὺς ὁποίους κατετρόμαξε καὶ ἀδυνάτησε τόσον ἡ ἀξιομνημόνευτος μάχη τῆς Κλείσοβας. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ τρέφεται μὲ κρέατα ἵππων, μουλαρίων, ὄνων, σκύλων, γατῶν, ποντικῶν· μὲ καβούρους τῆς θαλάσσης, τοὺς ὁποίους ἠγόραζαν ἀκριβά, πυροβολούμενοι ἀπὸ τὰ λαντζόνια τοῦ ἐχθροῦ, καὶ τελευταῖον μὲ τὰς ἁρμύρας, φυτὰ φυόμενα παρὰ τὴν λίμνην, τὰ ὁποῖα ἀδυνάτιζαν ἔτι μᾶλλον τοὺς τρώγοντας, ἐρεθίζοντα τὴν κένωσιν. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, πολλοὶ τῶν ἀσθενῶν ἀπέθνησκον, καὶ ἄλλοι, διὰ τὴν ἀκαθαρσίαν τῆς τροφῆς ἢ τὴν παντελῆ στέρησιν, ἔπιπτον λιποθυμημένοι κατὰ γῆς. Αἱ ἡμέραι ἐπροχωροῦσαν, τὰ κακὰ τῆς φρουρᾶς ηὔξανον, καὶ ὁ στόλος ἐν τοσούτ δὲν ἐδύνατο νὰ κατορθώσ τίποτε. Μία μικρὰ καὶ κεκρυμμένη εἴσοδος εἶχε μείνει ἄγνωστος εἰς τοὺς ἐχθρούς, καὶ ἐν ἤρχετο νὰ ἔμβ ἕν πλοιάριον ἀπὸ τοῦ στόλου μὲ εἰδήσεις καὶ μὲ ὀλίγους σάκκους ἀλεύρου, παρετηρήθη καὶ αὐτή ἀπὸ αὐτούς, καὶ ὠχυρώθη. Ἡ φρουρὰ τελευταῖον, ἀπελπισθεῖσα ἀπὸ τοῦ νὰ λάβ βοήθειαν, ἔγραψε πρὸς τοὺς ἔξω ὁπλαρχηγοὺς νὰ κατεβοῦν εἰς ῥητὴν ἡμέραν (τὴν 10ην Ἀπριλίου) εἰς τὰ ὀπίσθια τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ δώσουν σημεῖον, διὰ νὰ ἐξέλθωσι καὶ αὐτοί μὲ ἔφοδον, καὶ νὰ δυνηθοῦν νὰ σώσουν καὶ τὸν ἀδύνατον κόσμον. Τὰ γράμματα ταῦτα ἔφθασαν ἀσφαλῶς πρὸς τοὺς ἔξω, καὶ ἡ φρουρὰ ἐπερίμενεν ἀνυπομόνως τὴν στιγμὴν τοῦ τολμηροῦ τούτου ἐπιχειρήματος, ἂν καὶ ἤξευρεν, ὅτι ἔμελλε νὰ διαβ ἀπὸ τόσας φάλαγγας, ἀπὸ διπλᾶ καὶ τριπλᾶ περιχαρακώματα, καὶ πύργους. Κατὰ δυστυχίαν ἕνας Βούλγαρος ἢ Σέρβος, ἐξελθῶν ἐκ τῆς φρουρᾶς, αὐτομόλησε πρὸς τοὺς ἐχθρούς, καὶ ἐφανέρωσε καὶ τὸν σκοπόν, καὶ τὸ σχέδιον, καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἐξόδου.

Ὣς τρεῖς χιλιάδες ἐσυμποσοῦντο οἱ στρατιῶται τῆς φρουρᾶς ὁμοῦ μὲ τοὺς ἀσθενεῖς, οἵτινες ἐδύναντο ὁπωσοῦν, βοηθούμενοι, νὰ κινηθῶσι, καὶ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὣς χίλιοι οἱ ἐργάται καὶ ἄλλοι μὴ ἱκανοὶ διὰ τὰ ἅρματα, καὶ ὑπὲρ τὰς πέντε χιλιάδας τὰ γυναικόπαιδα. Οἱ ἀσθενεῖς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀδύνατοι εἶχαν ἀπόφασιν, ἐὰν ἔβλεπον δύσκολον καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ ἐπιχείρημα, νὰ καῶσι μέσα εἰς τὰ ὀσπίτια, καὶ πολλοὶ γέροντες καὶ γυναῖκες μὲ τὰ παιδία των δὲν ἐφρόντιζαν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ πῶς νὰ μὴ πέσωσι εἰς τὰς χεῖρας τῶν βαρβάρων, καὶ ὅ,τι πάθουν ἂς πάθουν.

[Τὰ λοιπὰ εἰς τὸ ἐπόμενον φύλλον]

 

 

Ευγένιος Ντελακρουά Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου

Ευγένιος Ντελακρουά, Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου